Οι πενήντα αποχρώσεις της πραγματικότητας

WomanTiredInBedWithAlarmClockGeneric_large

«Το χρώμα στο πρόσωπό της ήταν χλωμό, το υπόλευκο χρώμα του δέρματος ενός ανθρώπου που ξέρεις ότι κάτι τον στοιχειώνει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και θολά και τα ανοιγόκλεινε συχνά. Αν έπρεπε να μαντέψεις, θα έλεγες ότι έτσουζαν. Έμοιαζε ξενυχτισμένη, η χθεσινή νύχτα είχε εγκαταλείψει τη θέση της στο στερέωμα για χάρη ενός δειλού, παγωμένου ήλιου χωρίς όμως να της δώσει το χρόνο που τόσο επιθυμούσε το αποκαμωμένο της κορμί για να ανακτήσει τη χαμένη από χθες -ή μήπως από καιρό;- ζωτικότητά του.

Έριξε μια ματιά στο σκοτεινό δωμάτιο. Δεν είχε ξυπνήσει ακόμη. Η μορφή του ήταν γαλήνια, παραδομένη στον Μορφέα και τυλιγμένη με τα όνειρα τα οποία εκείνη είχε προσκαλέσει το προηγούμενο βράδυ. Μόνο όταν θα ξυπνούσε θα έπαιρνε ξανά τη μορφή της χίμαιρας.

«Ας βιαστώ», σκέφτηκε, «πριν ξυπνήσει».

Μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα ρούχα. Παντελόνια, φορέματα, κάλτσες.  Τα έριξε βιαστικά στον κάδο του πλυντηρίου, μαζί με τα υπόλοιπα στοιβαγμένα άπλυτα. Είχε ξεπαγώσει ήδη από χθες το κρέας και ήλπιζε πως, αφού βάλει το πλυντήριο, θα προλάβαινε να βάλει το φαγητό να γίνεται πριν ξυπνήσει το παιδί. Ας προλάβαινε έστω να κόψει τα λαχανικά. Όσο θα γινόταν το φαγητό, θα πήγαινε τουαλέτα, θα έπλενε τα δόντια και θα έριχνε νερό στο πρόσωπό της. Έτσι θα κέρδιζε χρόνο. Ο άντρας είχε φύγει ώρα τώρα για τη δουλειά. Όσο για το παιδί, ήταν αισιόδοξη ότι θα αργούσε λίγο ακόμη να ξυπνήσει. Άλλωστε είχε ξυπνήσει τρεις φορές μέσα στη νύχτα το προηγούμενο βράδυ. Δεν θα χρειαζόταν να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο;

Αν ήταν τυχερή, ο χρόνος θα της έφτανε να βγάλει τις πυτζάμες και να βάλει τη φόρμα. Α, όλα κι όλα, σήμερα θα έβαζε μια φρεσκοπλυμένη. Αυτή που φορούσε χθες είχε πέσει θύμα της αισιοδοξίας της: ένιωσε αισιόδοξη -όπως λέει και το google- να δοκιμάσει να δώσει στον «μπελά» πρώτη φορά λαδερό φαγητό. Δεν πτοήθηκε ούτε τότε. Άλλωστε κατάφερε, έστω με το ζόρι, να της δώσει έξι κουταλιές. Η αισιοδοξία την εγκατέλειψε μόλις αντίκρισε τα τρία πλυντήρια με τα ασιδέρωτα.

Η σκέψη ότι ξημέρωνε του Αγίου Βαλεντίνου της έφερνε πονοκέφαλο. «Να δεις που θα θέλει να το κάνουμε», μονολόγησε απελπισμένη. Ήδη από χθες ο άνδρας της είχε πετάξει τη σπόντα: Θέλεις να κάνουμε τίποτα αύριο; Να πάμε να πιούμε κάτι, να φάμε;». Αμέσως την ψιλιάστηκε. «Ξέρεις τι θα ήθελα πραγματικά πολύ;», του είχε απαντήσει. «Να πάμε σε ένα ξενοδοχείο, όπως τότε, παλιά, που παίζαμε τους τουρίστες στην Αθήνα». Ενθουσιάστηκε.

Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν να βρεθεί έστω για λίγες ώρες μακριά από τον τόπο του δράματος, όπου όλα θα της θύμιζαν ότι πρέπει να πλύνει, να σιδερώσει, να σκουπίσει, να καθαρίσει, να σφουγγαρίσει, να μαζέψει. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει επάνω σε καθαρά σεντόνια που την επόμενη ημέρα δεν θα έπρεπε να τακτοποιήσει. Κι ας γιόρταζε εκείνος όπως ήθελε τον Άγιο Βαλεντίνο. Αρκεί να μην την ξυπνούσε».

To be continued

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s