Είμαι εγώ η μοντέρνα γυναίκα

Στις 6 Ιουνίου θα γύριζα στη δουλειά. Έξι μήνες πριν, είχα αποχαιρετήσει τους συναδέλφους με μια κοιλιά έτοιμη να εκραγεί αλλά και με καρδιά βαριά που θα άφηνα «τα παιδιά» στο γραφείο να βγάλουν τις δύσκολες βάρδιες των Χριστουγέννων μείον ένας. Φυσικά δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα ενοχές. Οι τύψεις είναι το σιαμαίο παιδί μιας εργαζόμενης μητέρας που πασχίζει να στριμώξει και τις δύο ιδιότητες κάτω από την ίδια μασχάλη.
Αποχαιρετώντας τους συναδέλφους, οι τυπικές ευχές, «με έναν πόνο», «καλή ξεκούραση», «μην ανησυχείς όλα καλά θα πάνε», αυτή τη φορά είχαν εμπλουτιστεί με μια απορία: «για να δούμε, θα μας βρεις όταν επιστρέψεις;».

Ήταν κοινό μυστικό. Η εταιρεία δεν πήγαινε καλά. Παρά το βαρύ όνομα, τα τελευταία χρόνια έμοιαζε με καράβι που έμπαζε νερά από παντού, ο καπετάνιος γύριζε το τιμόνι πότε δεξιά και πότε αριστερά, οι παρατρεχάμενοί του ασχολιόντουσαν μόνο με το φουαγκρά που είχε περισσέψει στην κουζίνα και στο χρηματοκιβώτιο, κόσμος έμπαινε κι ερχόταν από την μπουκαπόρτα τη στιγμή που οι πιο έξυπνοι έβγαιναν από τις εξόδους κινδύνου, έπαιρναν τις σωσίβιες λέμβους και την έκαναν για άλλες πιο σίγουρες στεριές. Όσο καλοί κι αν είναι οι ναύτες, δεν μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση. Και ίσως να μην άξιζε κιόλας. Με τέτοιο τοξικό κλίμα, η συζήτηση στα αμπάρια είχε περιοριστεί σε αντιπαραθέσεις περί αποζημιώσεων, ασφαλιστικών μέτρων και οικειοθελούς αποχώρησης, ενώ με το ένα μάτι κοιτάζαμε λοξά τον συνάδελφο («τσιράκι της εργοδοσίας;», «εγκάθετος;», «εισοδηματίας που δουλεύει από χόμπι;», «εργατοπατέρας που ξέρει ότι δεν έχει μέλλον στην εταιρεία;») και με το άλλο τον πίνακα ανακοινώσεων για την πολυαναμενόμενη πληρωμή του δεκαπενθήμερου ενός μήνα που είχε περάσει προ πολλού [σ.σ. τα πολύ παλιά καλά χρόνια, αν η τελευταία ημέρα του μήνα τύχαινε να είναι Κυριακή ή ακόμη και Δευτέρα, τα χρήματα έμπαιναν από την Παρασκευή].

Εν μέσω τέτοιας… ωραίας ατμόσφαιρας ξεκίνησε η άδεια μητρότητας τον Δεκέμβριο. Αλλά εγώ φυσικά ήμουν σε… άλλο ουρανό. Προτιμούσα να απασχολούμαι με το αν αυτό τουλάχιστον το παιδί θα μου μοιάζει λίγο περισσότερο, με το πώς θα αντιδράσει η Έλενα στην άφιξή της, με το πώς θα την παλέψω όλη μέρα με δύο παιδιά στο σπίτι, ένα εκ των οποίων νεογέννητο. Δεν λέγεται «εθελοτυφλία». Λέγεται φύση. Λέγεται άμυνα του θηλαστικού απέναντι στον εξωτερικό κίνδυνο. «Αφοσιώσου στο μωρό σου τώρα. Αυτό σε χρειάζεται πάνω και πέρα απ’ όλα».

Η άδειά μου θα κρατούσε πέντε μήνες. Τραβηγμένη από τα μαλλιά, και με αρκετές ημέρες από την «κανονική» προκειμένου ο χρόνος της επιστροφής να παραταθεί όσο τον δυνατόν περισσότερο. Μετά δύο ώρες μειωμένο ωράριο για έναν χρόνο. Και ένα 24ωρο που και 48ωρο να γινόταν δεν θα προλάβαινες να κάνεις όλα αυτά που απαιτούσε το τρίπορτο παιδιά  – δουλειά – σπίτι.

Το «κανόνι» έσκασε μόλις δυο ημέρες πριν την επιστροφή μου. Μετά συνεχείς απεργίες και πλήρες αδιέξοδο. Οι πρώτες σκέψεις έβλεπαν την εξέλιξη μάλλον με αισιόδοξο μάτι. «Ωραία», σκεφτόμουν, «περισσότερος χρόνος με το παιδί», «θα μεγαλώσει με τη μητέρα του, πολύ προτιμότερο από το να το μεγαλώσει μια άγνωστη που θα πρέπει να την πληρώνω χωρίς εγώ να πληρώνομαι». Μετά, ήρθε η απελπισία. «Χωρίς δουλειά; Εγώ;».

Την πρώτη μου δουλειά την είχα πιάσει 19 ετών, φοιτήτρια ακόμη. Καμία σχέση με το αντικείμενο των σπουδών μου, τη δημοσιογραφία, μου επέτρεψε όμως να σπάσω την αλυσίδα της οικονομικής εξάρτησης από τους γονείς μου, οι οποίοι μέχρι τότε έστελναν ανελλιπώς το «μηνιάτικο» για να σπουδάσει το βλαστάρι τους χωρίς τραγικές στερήσεις.

Πέρα από το ότι μου δίνει την αίσθηση της χρησιμότητας, οικονομική ανεξαρτησία, και μια ευκαιρία να έρθω σε επαφή με ανθρώπους που άλλους τους εκτιμώ και άλλους τους αγαπώ, η δουλειά μου μου αρέσει. Αυτό ήθελα να κάνω από μικρή, αυτό σπούδασα, αυτό με κάνει να αισθάνομαι δημιουργική, υπεύθυνη και ενεργή. Κι ακόμη κι αν με την έλευση της Έλενας –το παραδέχομαι- είχα θέσει πολύ αυστηρά χρονικά όρια στην ενασχόλησή μου μαζί της, αφενός το έκανα πολύ συνειδητά και αφετέρου ήξερα –ή τουλάχιστον ήθελα να πιστεύω ότι όταν θα το επιτρέψουν ξανά οι συνθήκες θα ξανάμπαινα στον στίβο πολύ πιο «γκαζωμένη».

Τώρα όμως όλα κατέρρεαν. Δουλειά γιοκ. Κι όσο και αν η πρώτη σκέψη ότι η μικρούλα μου θα μεγάλωνε με τη μαμά της όλη τη μέρα δίπλα της, τουλάχιστον μέχρι να αρχίσει να κάνει τα πρώτα της σίγουρα βήματα στον κόσμο, η δεύτερη έφερε στην επιφάνεια την ψυχασθένεια που κυριεύει τη σύγχρονη γυναίκα – θέλω να ελπίζω πως δεν είναι αποκλειστικό μου προνόμιο: όταν βρίσκεται στη δουλειά της να σκέφτεται τα παιδιά που έχει αφήσει πίσω στο σπίτι. Και όταν βρίσκεται σπίτι με τα παιδιά να λοξοκοιτάζει εκείνο το κομμάτι που της καλύπτει τις άλλες πτυχές πλην όλων εκείνων που καλύπτει η μητρότητα. Και, κυρίως, σε φέρνει σε ισορροπία με τον εαυτό σου και τα θελω σου. Του τρόμου μεν, ισορροπία δε.

Ο συνδυασμός των σκέψεων αυτών μόνο νέες τύψεις μπορεί να γεννά, ένα κοκτέιλ ενοχής και ανικανοποίητου που μόνο εμείς οι γυναίκες ξέρουμε να φτιάχνουμε και να το πίνουμε στην υγεία της χειραφέτησης, της ελευθερίας και της αυτονομίας μας. Κι αν το hangover μας ονομάζεται τεντωμένα νεύρα, ακατάσχετο multitasking και απέραντη κούραση, όπως στρώσαμε, θα κοιμηθούμε.

Θα κοιμηθούμε; Κοιμούνται οι μοντέρνες γυναίκες;

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s